Φεύγει ὁ Σίμος σήμερα· ἡ ὥρα νά᾿ν᾿καλή, νὰ φᾶμε κά᾿να κότσυφα, ὀρτύκι καὶ πουλί. Τοῦ ἔγινε μετάθεση κι ἔληξε ἡ θητεία κι ἐμεῖς ἂς τὴν ξεχάσουμε τὴ μαύρη ἑξαετία. Φεύγει ὁ Σίμος καὶ γι᾿ αὐτό, σουσουκαραῖοι, κλάφτε· τσίχλες, κοτσύφια, τρούτσινες, στὰ μαῦρα νὰ τὰ βάψτε. Γιορτὴ μεγάλη ἔχουνε ὁ Φλιᾶς κι ὁ Σαρκαφλιᾶς· πανηγυρίζει ὁ Καναβός, ὁ Λάμπρος κι ὁ Μηλιᾶς. Τι ὠφελεῖ κι ἂν ἔπιανε καθημερινῶς τὰ δόχια, ἀφοῦ γυρνοῦσε κι ἔβρισε στὴ μηχανή του βρόχια; Ὁ Τοῦρκος λέει πὼς μυαλὸ δὲν ἔχουν οἱ ψηλοί, ἴσως γι᾿ αὐτὸ δὲν φάγαμε κότσυφα καὶ πουλί. Ἐμέν᾿ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲ μ᾿ ἔκανε κακό· μ᾿ ἀκόμα κι ἂν θὰ μ᾿ ἔκανε, τὸ δίκιο θὰ τὸ πῶ. Ὁ Σίμος εἶναι δασικὸς καὶ τὴ δουλειά του κάνει, μὰ τὸ χωριὸ θέλει φωτιά, πού ῾χει πολλοὶ ῥουφιάνοι