Τετάρτη βράδυ στὸ βουνό, τὴν Πέμπτη στὰ βραχάκια, στὴν Ἁλυκὴ γλυκὰ φιλιά, στὰ λατομεῖα χάδια καὶ στὰ ἱερὰ τῶν Διόσκουρων, χαράγματα τοῦ χρόνου. Παρασκευὴ ὁλημερὶς νά ῾ταν ἡ ζήση ὅλη, μιὰ κουνουπιέρα σκέπασε τὸν ἔρωτά μας φῶς μου κι ὅταν μιλούσαμε τὰ δυο, ἦταν τὰ λόγια ἀέρας. Τὸ Σάββατο μ᾿ ἀρνήθηκες, τὴν Κυριακὴ σὲ χἀνω, τὰ γόνατα λυγίζουνε, σκοτάδι μὲ τυλίγει καὶ τὸ φιλὶ τοῦ χωρισμοῦ μοῦ μάτωσε τ᾿ ἀχεῖλι.