Νὰ κάθεται ξυπόλητη κι ἀχτένιστη τὴν εἶδα ἔχοντας στοὺς βατόγκρεμους τὰ πόδια κρεμαστά· κι ἐγὼ ποὺ πέρασα ἀπὀ ῾κεῖ, τὴν πῆρα γιὰ νεράϊδα κι εἶπα: Θέλεις νὰ ῾ρθεῖς μ᾿ ἐμὲ στοὺς κάμπους, στὰ βουνά; Μὲ κοίταξε μ᾿ ἐκεῖνο της τὸ βλέμμα, ποὺ κρατάει γιὰ τελευταῖο ἡ ὀμορφιὰ σὰν τὴ νικᾶμε πιά κι εἶπα ξανά: Ὁ μήνας εἶν᾿ ποὺ ὁ κόσμος ἀγαπάει, θέλεις κάτω ἀπὸ τὰ δέντρα ῾κεῖ νὰ πᾶμε τὰ βαθιά; Ἐσκούπισε τἀπόδια της στὴν πράσινη ραχούλα, ἔγειρε καὶ μὲ κοίταξε γιὰ δεύτερη φορά· κι ἔμεινε ἡ ὄμορφη ναζοῦ τότε συλλογισμένη... Ἂχ πῶς τραγούδαγαν τρελλὰ στὸ δάσοςτὰ πουλιά! Σιγὰ σιγὰ καὶ τὰ νερὰ στὴ ρεματιὰ κυλοῦσαν! Κι εἶδα κοντά μου νά ῾ρχεται στὰ βάθη τὰ πυκνά, εὐτυχισμένη κορασιά, φοβιάρα καὶ γελοῦσαν τ᾿ ἀγριωπὰ τὰ μάτιά της κάτω ἀπ᾿ τὰ μαλλιά.