Τρία ῾πὸ τὰ πολλὰ θεριά, ἁπού ῾βγαλεν ἡ φύση ἢ πῦρ, γυνή, ἢ θάλασσα θὰ σὲ κατανικήσει. Εἶδα ῾να ὄφι πύρινο νὰ μὲ περικυκλώνει, κι ἕνα μπεντένι ὑδάτινο νὰ μοῦ κοντοσιμώνει. Κι εὐθὺς ἀνασυντάχτηκα νὰ τ᾿ ἀντιμετωπίσω· θάλασσα πάνω στὴ φωθιὰ προσπάθησα νὰ ῥίξω. Καὶ σὰν ἀρχαιοέλληνας, φίλος τοῦ Ποσειδῶνα, ἐδάμασα τὰ κύματα καὶ τα ῾στρεψα στὴ φλόγα. Κι ἐνῷ φαινόμουν νικητὴς μὲ λάφυρα στὸν ὦμο, μία γυνὴ ἐπάντηξα, σὰ γύριζα στὸ δρόμο. Νίκησα θάλασσ᾿ ἀπ᾿ τὴ μιά, φωθιὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὅμως μὲ ἕνα θηλυκὸ ποιὸς πάει νὰ τὰ βάλει; Κι ἔγινε μάχη ἄνιση καὶ χαλασμὸς Κυρίου, ἀπόρθητ᾿ ἀποδείχτηκε σὰν κάστρο Βυζαντίου. Εἶχε τὰ σκῆπτρα τσ᾿ ὀμορφιᾶς καὶ γέμισέ με πάθος, φωθιοθαλασσονικητὴς ἔχασα κατὰ κράτος.