Τη μοίρα μου αποφάσισα και πήρα μες στα χέρια
Πετούμενο καβάλησα και πήγα στον αέρα
Τη μάνα μου χαιρέτησα με τη φθαρμένη τσάντα
και είπα μητέρα μην πονάς θα `μαι ο γιος σου πάντα
Το τσάι μάνα είναι πικρό, πικρό το ομολογώ
πρόσφυγας είμαι στα Λονδίνα και με χει φάει η ρουτίνα
Μες στο Λονδίνο πνίγομαι και κλαίω απ'τον καημό μου
το χρήμα δε μου έφτασε φωνάζει το μωρό μου
στα Μπέρμπερις δε σταματώ, ο Αρμάνης μου `χει λείψει
εδώ στη μαύρη ξενιτιά θα με σκοτώσει η θλίψη
Το τσάι μάνα είναι πικρό, πικρό το ομολογώ
πρόσφυγας είμαι στα Λονδίνα και με χει φάει η ρουτίνα
Το τσάι μάνα είναι πικρό, πικρό το ομολογώ
πρόσφυγας είμαι στα Λονδίνα και με χει φάει η ρουτίνα