Τὸ Μιχαλιὸ τὸν πήρανε στρατιώτη. Καμαρωτὰ ξεκίνησε κι ὡραῖα μὲ τὸ Μαρῆ καὶ μὲ τὸν Παναγιώτη. Δὲν μπόρεσε νὰ μάθει κἂν τὸ «ἐπ᾿ ὤμου». Ὅλο ἐμουρμούριζε: «Κὺρ Δεκανέα, ἄσε με νὰ γυρίσω στὸ χωριό μου». Τὸν ἄλλο χρόνο, στὸ νοσοκομεῖο, ἀμίλητος τὸν οὐρανὸ κοιτοῦσε. Ἐκάρφωνε πέρα, σ᾿ ἕνα σημεῖο, τὸ βλέμμα του νοσταλγικὸ καὶ πρᾶο, σὰ νά ῾λέγε, σὰ νὰ παρακαλοῦσε: «Ἀφῆστε με στὸ σπίτι μου νὰ πάω». Κι ὁ Μιχαλιὸς ἐπέθανε στρατιώτης. Τὸν ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι, μαζί τους ὁ Μαρὴς κι ὁ Παναγιώτης. Ἀπάνω του σκεπάστηκεν ὁ λάκκος, μὰ τοῦ ἄφησαν ἀπέξω τὸ ποδάρι: Ἦταν λίγο μακρὺς ὁ φουκαράκος.