Οἱ ὧρες μ᾿ ἐχλώμιαναν, γυρτὸς ποὺ βρέθηκα ξανὰ στὸ ἀχάριστο τραπέζι. (Ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτὸ παράθυρο στὸν τοῖχο ἀντικρινὰ ὁ ἥλιος γλιστράει καὶ παίζει.) Διπλώνοντας τὸ στῆθος μου, γυρεύω ἀναπνοὴ στὴ σκόνη τῶν χαρτιῶν μου. (Σφύζει γλυκὰ καὶ ἀκούγεται χιλιόφωνα ἡ ζωὴ στὰ ἐλεύθερα τοῦ δρόμου.) Ἀπόκαμα, θολώσανε τὰ μάτια μου καὶ ὁ νοῦς, ὅμως ἀκόμη γράφω. (Στὸ βάζο ξέρω δίπλα μου δυὸ κρίνους φωτεινούς. Σὰ νά ῾χουν βγεῖ σὲ τάφο.)