Άρπαξαν, οι μάνες τα παιδιά
Σφάλισαν, τις πόρτες ξένοι
Έσβησαν, στα μάτια τη φωτιά
Λύγισαν, παραδομένοι.
Ψυχή βαθιά, φωνάξαν τα βουνά
Κι η θάλασσα, αγριεμένη.
Τ’ άδικο, θεριεύει τη πληγή
Έβαψε, το χώμα μαύρο
Σύννεφα, σκεπάσαν τη γιορτή
Έκρυψαν, ήλιο καθάριο.
Ψυχή βαθιά, φωνάξαν τα βουνά
Κι η θάλασσα, αγριεμένη.
Έπεσαν, του Δία κεραυνοί
Νίκησαν, βαθύ σκοτάδι
Ξέσπασε, αλλιώτικη βροχή
Γύρεψε, το νου σημάδι.