Δὲν μὲ θαμβόνει πάθος κανένα· ἐγὼ τὴν λύραν κτυπάω, καὶ ὁλόρθος στέκομαι σιμὰ εἰς τοῦ μνήματός μου τ᾿ ἀνοικτὸν στόμα.