Διαρρῆχτες τοῦ ἥλιου δὲν εἶδαν ποτέ τους πράσινο κλωνάρι δὲν ἄγγιξαν φλογισμένο στόμα δὲν ξέρουν τι χρῶμα ἔχει ὁ οὐρανὸς. Σὲ σκοτεινὰ δωμάτια κλεισμένοι δὲν ξέρουν ἂν θὰ πεθάνουν παραμονεύουν μὲ μαῦρες μάσκες καὶ βαριὰ τηλεσκόπια μὲ τ᾿ ἄστρα στὴν τσέπη τους βρωμισμένα μὲ ψίχουλα μὲ τὶς πέτρες τῶν δειλῶν στὰ χέρια παραμονεύουν σ᾿ ἄλλους πλανῆτες τὸ φῶς. Νὰ πεθάνουν. Νὰ κριθεῖ κάθε Ἄνοιξη ἀπὸ τὴ χαρά της ἀπὸ τὸ χρῶμα του τὸ κάθε λουλούδι ἀπὸ τὸ χάδι του τὸ κάθε χέρι ἀπ᾿ τ᾿ ἀνατρίχιασμά του τὸ κάθε φιλὶ.