Πουλιὰ μαῦρες σαΐτες τῆς δύσκολης πίκρας δὲν εἶν᾿ εὔκολο πράμα ν᾿ ἀγαπήσετε τὸν οὐρανὸ πολὺ μάθατε νὰ λέτε πὼς εἶναι γαλάζιος ξέρετε τὶς σπηλιές του τὸ δάσος τοὺς βράχους του; ἔτσι καθὼς περνᾶτε φτερωτὲς σφυρίχτρες ξεσκίζετε τὴ σάρκα σας πάνω στὰ τζάμια του κολλοῦν τὰ πούπουλά σας στὴν καρδιά του. Καὶ σὰν ἔρχεται ἡ νύχτα μὲ φόβο ἀπ᾿ τὰ δέντρα κοιτᾶτε τ᾿ ἄσπρο μαντίλι τὸ φεγγάρι του τὴ γυμνὴ παρθένα ποὺ οὐρλιάζει στὴν ἀγκαλιά του τὸ στόμα τῆς γριᾶς μὲ τὰ σάπια τὰ δόντια του τ᾿ ἄστρα μὲ τὰ σπαθιὰ καὶ μὲ τοὺς χρυσοὺς σπάγγους τὴν ἀστραπὴ τὸν κεραυνὸ τὴ βροχή του τὴ μακριὰ ἡδονὴ τοῦ γαλαξία του.