Ἕνα μικρὸ σὲ μιὰ κούνια εἶναι πεθαμένο. Μιὰ μαυροφόρα (πιθανῶς ἡ μάνα του) κάθεται ἀπὸ πά- νω του καὶ κλαίει μὲ λυγμούς. Ἔπειτα σιγὰ σιγὰ τὸ ση- κώνει, τὸ βάζει κάτω... τὸ μικρὸ σὰν παραζαλισμένο ἀρχίζει νὰ περπατάει. - Δές, λέω, εἶναι πεθαμένο κι ὅμως περπατάει.