Ὅταν ἀνέβαινες στὸ βουνὸ ἐσὺ κατέβαινες στὴν πεδιάδα νὰ κυνηγᾶς ψυχὲς νὰ κυνηγήσεις ἄσπρες πεταλοῦδες καὶ τὶς περνᾶς σὲ ἀσημένια ψιλὰ σύρματα γιατί ὁ ἴδιος εἶσαι σὺ αὐτὸς ποὺ ἀνεβαίνει κι αὐτὸς ποὺ κατεβαίνει δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ πεταλούδα, πεταλούδα ἡ πεθαμένη δὲν εἶναι πεθαμένη οὔτε ὁ τάφος, τάφος της – Ἀσάη! σοῦ ἐφώναξα λοιπὸν ὅπως σου ἔλεγα ἐγὼ τὶς σκάλες κατεβαίνοντας ἐγὼ ὁ ἴδιος τὶς σκάλες ἀνεβαίνοντας καὶ λίγο ἔλειψε νὰ τσακιστοῦμε ἐγὼ τραβώντας γιὰ τὸν Οὐρανὸ ἐγὼ πέφτοντας κατακόρυφα φωνάζοντας κι οἱ δυὸ μαζί: – Ἀσάη Ἑσμέ! Ἑσμὲ Ἀσάη!