Ξένε μὲ τὸ μαῦρο κοστούμι σου ποὺ χτυπᾶς τὴν πόρτα μου καὶ μοῦ δείχνεις τ᾿ ἄσπρα αὐτὰ πιάτα ποῦ ἔχεις κρύψει τὸ πιστόλι σου; ποῦ ἔχεις κρύψει τὸ μαχαίρι σου; ἔχεις ἕν᾿ ἄστρο κόκκινο μέσ᾿ τὸ κεφάλι σου καὶ ψευδίζεις θέλεις τὰ χρήματα τὰ χρήματα ποὺ σμίξαν μὲ τὸ αἷμα καὶ χαθῆκαν τὰ χρήματα ποὺ σμίξαν μὲ τὸν ὕπνο καὶ χαθῆκαν ἱκετεύεις φύγε φύγε ξένε μέσ᾿ τὴν καρδιά μου ἔχω ἕνα ἥμερο πουλὶ ἂν τ᾿ ἀφήσω νὰ βγεῖ τὰ δόντια του θὰ σὲ κατασπαράξουν.