Τ᾿ ἀδέρφια μου ποὺ χάθηκαν ἐδῶ κάτω στὸν κόσμο εἶναι τ᾿ ἀστέρια ποὺ τώρα ἀνάβουν ἕνα ἕνα στὸν οὐρανό καὶ νὰ ὁ μεγαλύτερος μὲ μιὰ ἀνοιξιάτικη μαύρη γραβάτα ποῦ χάθηκε μέσα σὲ σπηλιὲς θεόστραβες καθὼς κυλοῦσε παίζοντας πάνω σὲ ἀνεμῶνες κόκκινες γλίστρησε μέσ᾿ τοῦ θηρίου τ᾿ ἄγριου τὸ ματωμένο στόμα ὕστερα ὁ ἄλλος μου ἀδερφὸς ποὺ κάηκε πουλοῦσε κίτρινα βεγγαλικὰ πουλοῦσε κι ἄναβε κίτρινα βεγγαλικὰ - Ὅταν ἀνάβουμε - ἔλεγε - φωτιὰ θὰ διώξουμε ἀπὸ τοὺς κήπους τὰ φαντάσματα θὰ πάψουν νὰ μολύνουν τοὺς κήπους τὰ φαντάσματα - Ὅταν ἀνάβουμε - ἔλεγε - κίτρινα βεγγαλικὰ μιὰ μέρα θ᾿ ἀνάψει ὁ οὐρανὸς γαλάζιος κι ὕστερα ὁ τρίτος ὁ πιὸ μικρὸς ποὺ ἔλεγε πὼς εἶναι νυχτερίδα γι᾿ αὐτὸ ἀγαποῦσε τὰ φεγγάρια καὶ τὰ φεγγάρια μία νύχτα τὸν ἐζώσανε κόλλησαν γύρω-γύρω καὶ τὸν ἔκλεισαν κόλλησαν γύρω-γύρω καὶ τὸν ἔπνιξαν τὸν ἕλιωσαν γύρω-γύρω τὰ φεγγάρια. Τ᾿ ἀδέρφια μου ποὺ χάθηκαν ἐδῶ κάτω στὸν κόσμο εἶναι τ᾿ ἀστέρια ποὺ τώρα ἀνάβουν ἕνα ἕνα στὸν οὐρανό.