Ὅλοι κοιμοῦνται κι ἐγὼ ξαγρυπνῶ περνῶ σὲ χρυσὴ κλωστὴ ἀσημένια φεγγάρια καὶ περιμένω νὰ ξημερώσει γιὰ νὰ γεννηθεῖ ἕνας νέος ἄνθρωπος μέσ᾿ στὴν καρδιά μου τὴν παγωμένη ἀπὸ ἄγρια φαντάσματα καὶ τόση μαύρη πίκρα.