Μέσα στὸν ὕπνο μου ὅλο βρέχει, γεμίζει λάσπη τ᾿ ὀνειρό μου εἶναι ἕνα σκοτεινὸ τοπίο καὶ περιμένω ἕνα τραῖνο. Ὁ σταθμάρχης μαζεύει μαργαρίτες ποὺ φύτρωσαν πάνω στὶς ράγιες γιατὶ ἔχει πολὺν καιρὸ νἄρθῃ τραῖνο σ᾿ ἐτοῦτον τὸ σταθμὸ καὶ ξάφνου πέρασαν τὰ χρόνια κάθομαι πίσω ἀπ᾿ ἕνα τζάμι μάκρυναν τὰ μαλλιά, τὰ γένεια σὰ νἆμαι ἄρρωστος πολὺ κι ὅμως μὲ παίρνει πάλι ὁ ὕπνος σιγὰ-σιγὰ ἔρχεται ἐκείνη κρατάει στὸ χέρι ἕνα μαχαίρι μὲ προσοχὴ μὲ πλησιάζει τὸ μπήγει στὸ δεξί μου μάτι!