Μεσ’ στὴ μονότονη βροχὴ τὶς λάσπες τὴν τεφρὴν ἀτμόσφαιρα τὰ τρὰμ περνοῦνε καὶ μεσ’ ἀπὸ τὴν ἔρημη ἀγορὰ — ποὺ νέκρωσε ἡ βροχὴ — πηγαίνουν πρὸς τὰ τέρματα ἡ σκέψη μου γιομάτη συγκίνηση τ’ ἀκολουθεῖ στοργικὰ ὥσπου νὰ φθάσουν ἐκεῖ π’ ἀρχίζουν τὰ χωράφια ποὺ πνίγει ἡ βροχὴ στὰ τέρματα τί θλίψη θὰ ἤτανε — Θέ μου — τί θλίψη ἂν δὲ μὲ παρηγοροῦσε τὴν καρδιὰ ἡ ἐλπίδα τῶν μαρμάρων κι’ ἡ προσδοκία μιᾶς λαμπρῆς ἀχτίδας ποὺ θὰ δώση νέα ζωὴ στὰ ὑπέροχα ἐρείπια ἀπαράλλαχτα ὅπως ἕνα κόκκινο λουλοῦδι μεσ’ σὲ πράσινα φύλλα.