Ως σβήνει κάθε αστραπή, με μιας και δε φωτίζει,
κι αφήνει μόνη την βροντή στ’ αυτιά να στροβιλίζει.
Έτσι κι η κάθε μια στιγμή που `ρχεται και περνάει,
γίνεται θύμηση στο νού, που τηνε κουβαλάει.
Ένα γεφύρι πέτρινο που μοιάζει χαλασμένο,
βήματα θέλει να φανεί πως είναι στεριωμένο.
Τέτοιο γεφύρι κι η καρδιά τον έρωτα προσμένει,
τα βηματά του για να δει αν είν’ γερά χτισμένη.