Γλαυκὸ τὸ Νήρυτον· τὸ δρῦ, θαμπὸ ποὺ γαλανίζει, δὲ ρίχνει σκιὰ στὴ θάλασσαν, ἀσάλευτη ἀπὸ κάτου. Στὴ λίμνη ἀποκαρώσανε σὰν ἄσπροι ἀνθοὶ κ᾿ οἱ γλάροι. Μὰ τὸ ξεφτέρι κρέμεται σὲ δυὸ φτερὰ καὶ τρέμει μὲς στὴ γαλάζιαν ἄβυσσο, πῶς τρέμουνε δυὸ φρύδια γραμμένα, ἅμα ζυγιάζουνε μία συλλογὴ παρθένα... K᾿ ἔπνεε μαγιάτικος βοριὰς στὸ Ἰόνιο χτές, κι ἀκόμα τὸ κύμα εἶναι σὰν κρούσταλλο, κι ὁ ἄμμος δὲν ἀχνίζει, καὶ λαγαρὸς κι ἀσάλευτος ὁ ἀγέρας τοῦ ἐλαιώνα· μηδὲ καπνίζουνε οἱ ἐλιὲς μίαν ἄχνη πρὸς τὸν ἥλιο. Καὶ λὲς ποὺ χύθη ἡ θάλασσα τὴ νύχτα μὲς στὸν κάμπον ἀπ᾿ τὸ μαγιάτικο βοριά, καὶ πάλε πίσω ἐσύρτη, τὴν πεταλούδα ἐπλάνεψεν ἀπ᾿ τοὺς ἀφροὺς ἀπάνω... K᾿ ἐγὼ στὸ κύμα εἶχα λουστεῖ τὴ χαραυγή, κ᾿ ἐκύλα γλαυκὸ στὴ φλέβα τὸ αἷμα μου σᾶ μὲς στὰ δέντρα, κ᾿ ἦταν ὁ νοῦς μου ὡς ἀνθισμένη ἐλιὰ ποὺ ἀπ᾿ τὸν καρπὸ ἀλαφρώθη κι ἀφρίζει ἀνθὸν ἀνάλαφρο στὶς πελαγίσιες αὖρες... K᾿ ἡ γλαυκομάτα, στὸ γιαλὸ ποὺ ἀργὴ μ᾿ ἀκολουθοῦσεν, ἐρώτησε, γυρίζοντας τὴν κεφαλὴ ἀπ᾿ τὸ κύμα: «Ἀλήθεια ἀναγελάσανε τὴ γλαύκα οἱ χελιδόνες, τὴ γλαύκαν ὁποῦ ἀπόμεινε στὸ μέγα φῶς τῆς μέρας καὶ χαμοπέταγε βουβὴ ἀπάνω ἀπὸ τ᾿ ἀμπέλια, ποῦ καὶ σκυλὶ θὰ βάβιζε τὸ χαμηλό της ἴσκιο; Ἀλήθεια ἀναγελάσανε τὴ γλαύκα οἱ χελιδόνες μὲ τὶς χελιδονίσιες τοὺς χαρὲς στὶς κρύες τὶς αὖρες· ἀπὸ μπροστά τῆς διάβαιναν, μὲ τὸ φτερὸ τὴ ῾γγίζαν, καὶ μὲ συρτοὺς κελαηδισμοὺς ψηλὰ τὴν ἀναπαίζαν;» K᾿ ἐφαίνονταν λευκὴ ἡ ὀργὴ στὸ μέτωπο τῆς Γλαύκης, τῆς Ἀθηνᾶς πὼς τὸ ἱερὸ πουλὶ καταφρονέθη! K᾿ ἐγώ, ποὺ τὸ εἶδα, ἀπάντησα τὸν ἀλαφριό μου λόγο: Κι ἂν λαχανιάζει ὁ κόρακας, γελάει κ᾿ ἡ χελιδόνα, πάντα ἡ ἐλιὰ θά ῾ναι ἱερή, καὶ στὸν αἰώνα ἡ γλαύκα μαζὶ μ᾿ ἐμᾶς θὲ νὰ κοιτάει στυλὰ τὶς θεῖες ἑσπέρες...