Πάντα κάτι μὲ κρατεῖ καὶ μὲ φέρνει πίσω, στὸ καιρὸ ποὺ κάθε τί μοῦ ῾λεγε νὰ ζήσω. Ποὺ ὅλα, σκέψεις μου κρυφὲς κι ὅτι ζεῖ στὴ πλάση, δὲ μοῦ θύμιζε μορφές, ποὺ τὶς ἔχω χάσει. Κι ὅλα τ᾿ ἄκουγα νὰ λέν, μ᾿ ἕνα τρόπο πλάνο, πὼς τ᾿ ἀγάπησα καὶ δὲν πρέπει νὰ πεθάνω... Τώρα ποὺ ὅλα τὰ φτερὰ σκόρπισαν, τῆς πλάνης, μοῦ τὸ λένε καθαρά: Πρέπει νὰ πεθάνεις! Κι ὅσο πιὸ βαθιὰ κοιτῶ κάτω ἀπὸ τὴ σκέπη, τόσο πιὸ καλὰ καὶ τὸ μάτι μου τὸ βλέπει. Κι ἂν τυχαίνει κι ὁ νοῦς νὰ κάνει σκέψην ἄλλη, δὲ κρατεῖ πολὺ καὶ νὰ πάλι αὐτὴ προβάλλει... ...Μὰ ὅσο καὶ στοὺς οὐρανοὺς νά ῾ναι ἡ μέρα μαύρη κι ὅσα θέλησεν ὁ νοῦς, νὰ μὴ μπόρει νά ῾βρει κι ὅσο ἂν εἴμαστε πικρὰ τώρα στερημένοι, κάπου ὑπάρχει μιὰ Χαρὰ καὶ μᾶς περιμένει...