«Ποῦθ᾿ ἡ ἀλλώτικη», ἔλεγες, «ἡ θλίψη αὐτὴ σὲ πιάνει, ποὺ λούζει σὰ τὴ θάλασσα τὸ βράχο τὸ γυμνό»; Ἅμα ἡ καρδιά μας μιὰ φορὰ τὸ τρύγημά της κάνει, καὶ ζεῖ κανεὶς εἶν᾿ ἄσκημο! τὸ ξέρουν ὅλοι αὐτό· εἶν᾿ ἕνας πόνος ξάστερος, δὲν εἶναι κρύφιος! ἔλα! σὰ τὴ δική σου τὴ χαρά, φαίνεται στὴ στιγμή. Πάψε λοιπὸν νὰ μὲ ρωτᾶς, περίεργη κοπέλα, κι ἂν κι ἡ φωνή σου εἶναι γλυκιά, σώπα, ὡραία μου σύ. Σώπαινε, ἀνίδεη ψυχή, μ᾿ ὅλα ξετρελαμένη! στόμα μὲ γέλιο παιδικό! Οἱ ἄνθρωποι εἶναι δεμένοι πιότερο μὲ τὸ Θάνατο παρὰ μὲ τὴ Ζωή. Ἄστη καρδιά μου, ἄστηνα στὸ ψέμα νὰ μεθύσει! στοῦ ὥριου ματιοῦ σου τ᾿ ὄνειρο τ᾿ ὡραῖο ν᾿ ἀρμενίσει, καὶ στῶν βλεφάρων σου τὴ σκιὰ πολὺ νὰ κοιμηθεῖ!