Σοῦ εἶπα: - Λύγισα. Καὶ εἶπες: - Μὴ θλίβεσαι. Ἀπογοητεύσου ἥσυχα. Ἤρεμα δέξου νὰ κοιτᾷς σταματημένο τὸ ρολόι. Λογικὰ ἀπελπίσου πῶς δὲν εἶναι ξεκούρδιστο, ὅτι ἔτσι δουλεύει ὁ δικός σου χρόνος. Κι ἂν αἴφνης τύχει νὰ σαλέψει κάποιος λεπτοδείκτης, μὴ ριψοκινδυνέψεις νὰ χαρεῖς. Ἡ κίνηση αὐτὴ δὲν θά ῾ναι χρόνος. Θά ῾ναι κάποιων ἐλπίδων ψευδορκίες. Κατέβα σοβαρή, νηφάλια αὐτοεκθρονίσου ἀπὸ τὰ χίλια σου παράθυρα.. Γιὰ ἕνα μήπως τ᾿ ἄνοιξες. Κι αὐτοξεχάσου εὔχαρις. Ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς, γιὰ τὰ φθινόπωρα, τὰ κύκνεια, τὶς μνῆμες, ὑδροροὲς τῶν ἐρώτων, τὴν ἀλληλοκτονία τῶν ὠρῶν, τῶν ἀγαλμάτων τὴν φερεγγυότητα, ὅ,τι εἶχες νὰ πεῖς γι᾿ ἀνθώπους ποὺ σιγὰ-σιγὰ λυγίζουν, τὸ εἶπες.