Η μάνα μου ήταν προσφυγάκι
κι ερχόταν από μακριά,
την Κύζικο και την Αρτάκη
και ήξερε από πυρκαγιά.
Η μάνα μου ήτανε μοδίστρα
κι είχε δυο χέρια καθαρά
που ράβανε με κουβαρίστρα
τη φτώχια μας με τη χαρά,
που ράβανε τη φτώχια μας
με τη χαρά.
Η μάνα μου ήταν παλικάρι
και τα ‘βαζε με τα θεριά,
μα αντίς μαχαίρι απ’ το θηκάρι
έβγαζε μέλι απ’ την καρδιά.
Η μάνα μου ήταν προσφυγάκι
κυνηγημένη Παναγιά
που έμαθε από παιδάκι
τι είναι μαύρη προσφυγιά.