Χρόνος δὲν εἶναι ὁποῦ τ’ ὡραῖο σου σῶμα, ὦ Ἑλένη, πρωτοπῆε σὲ γάμου ἀγκάλη, κ’ ἡ ἀθώα ψυχὴ σοῦ ἀνέβηκε στὸ στόμα, γιὰ νὰ φιλήσῃ ἀγγελικὰ μίαν ἄλλη. Νά! - χελιδόνι, ὁποὺ δὲν ἔχει ἀκόμα φτερὸ κἀνένα εἰς τὸ κορμί του βγάλει, ἀπ’ τῆς φωλιᾶς τὸ μυρωδάτο στρῶμα μὲ πόθου βία τεντόνει τὸ κεφάλι. Εἶναι - ἰδές! - τὸ μικρὸ φυλακωμένο, ποῦ γιὰ θροφὴ δὲ σχίζει τὸν ἀέρα, μὲ τὸ στόμα τῆς μάνας του ἑνωμένο. Ἀλλ’ ὁ γαμπρὸς τι θέλει τέτοια μέρα στ’ ἀχνά σου χείλη; Ἐκεῖθε φτερωμένο τὸ θεῖο χελιδονάκι ἐπῆγε πέρα.