Σὰν τὰ χέρια σας μαδοῦνε λουλουδάκια τρυφερά, κάνοντάς τα νὰ σᾶς ποῦνε: - Μ’ ἀγαπάει· δὲ μ’ ἀγαπᾷ· τρέμω, ἀθώαις, μὴν ἀπατήσῃ πλάνος ἔρωτας ἐσᾶς, καὶ παρόμοια σᾶς μαδήσῃ τ’ ἁγνὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς.