Εἶναι κρῖμα ν’ ἀντηχήσῃ τ’ ὄνομά σου στὸν ἀέρα, μ’ ὅσα ὁ κόσμος ὅλη μέρα τοὺς ἀντίλαλους ξυπνᾷ. Τώρα ἐβράδυασε, κ’ ἡ φύση, ἀπὸ ἀγάπη μαγεμένη, τοῦτο τ’ ὄνομα προσμένει μὲ μίαν ἄκρα σιγαλιά. Ἀπ’ τὰ χείλη μου τὸ κλέφτει κάθε ζέφυρος μὲ βία, καὶ, Μαρία, παντοῦ, Μαρία ν’ ἀντηχάῃ τριγύρω ἀκοῦς. Νά! - τ’ ἀγροίκησε καὶ πέφτει ὁλογλήγορα ἕν’ ἀστέρι· δίχως ἄλλο νὰ τὸ φέρῃ πάει σὲ κόσμους μακρυνούς.