Ὦ ἄγγελε τῶν οὐρανῶν, λατρεία τῆς ψυχῆς μου, ὦ ἀγαθὸν κοράσιον, ποῦ εἶναι ἡ ἐλπίς μου καὶ ἡ παρηγορία μου; Μὲ τρόμον τῶν ὀνείρων μου γνωρίζω τὴν ἀπάτην, εἰς τὸν θλιμμένον οἶκόν μου σ’ ἀναζητῶ εἰς μάτην· ποῦ εἶσαι, Βικτωρία μου; Ὦ σεῖς, ποῦ χεὶρ ἀγαπητὴ ἐφύτευσεν, ὦ ἄνθη, καθὼς μόλις ἀνθήσασα ἡ κόρη μ’ ἐμαράνθη, καὶ σεὶς νὰ μαρανθῆτε, τὸ χῶμά σας νέφος ὑγρὸν ποτὲ νὰ μὴ δροσίσῃ, τὸ χῶμά σας ἀνθρώπου χεὶρ ποτὲ νὰ μὴ ποτίσῃ· στὸ χῶμά σας καῆτε.