Κι’ ἡ Ροζοῦ ἀκόμη ἔσβυσε κι’ ἐκείνη, μὲ καρδιὰ καὶ γνῶσι χωριστὴ γυναῖκα... τὴν φαιδρότητά μας ἄφθονον ἐκίνει κι’ ἡ καλή της γλῶσσα ὅλο κι’ ἐπελέκα. Μὲς στὴν τόση μοῦχλα, ποῦ ὁ τόπος ἔχει, κι’ ἡ Ροζοῦ μᾶς λείπει, ποὗταν ἡ χαρά της πρώτη πρώτη πάντα `στὴ Βουλὴ νὰ τρέχῃ μὲ τὸ παρασόλι, μὲ τὰ κατσαρά της. Πάντα μὲς `στὴ μέση κἄτι τι νὰ κάνῃ Ἀμαζὼν ἀλήθεια μὲ πολέμου δόρυ, κι’ εἶχε καρδιοκτύπι γιὰ τὸν Δεληγιάννη καὶ σωτῆρα τοῦτον μόνον ἐθεώρει. Κι’ ὅταν `στον Τρικούπην ἔνευε το Στέμμα ἡ καλὴ Ροζοῦ μας, πρώτη Κορδονίστρα, 'στὄνα κι’ ἄλλο χέρι μαῦρο ἔβλεπ’ αἶμα σὰν τὴν Λαίδη Μάκβεθ, σὰν τὴν Κλυταιμνήστρα. Ἔβλεπε προδότας γύρω της μεγάλους, ὁ Τρικούπης πταίστης πάντοτε κι’ εἰς ὅλα, κι’ ἔλεγε καὶ μόνη κι’ ἔλεγε κι’ εἰς ἄλλους: «ζήτ’ ὁ Δεληγιάννης, κάτω τὰ φωκόλα.» Κι’ ὅταν τὸ Κορδόνι ἆθλα εἶδε τόσα κι’ ὑπερεδοξάσθη μὲ τὸ παραπάνω, ἔκραξε κι’ ἐκείνη ἐκ χαρᾶς σκιρτῶσα: «τώρα δὲν μὲ μέλλει, τώρ’ ἄς ἀποθάνω.» Ἔσβυσε κι’ ἐκείνη ὁποῦ τόσην φήμην εἰς τοὺς κύκλους ὅλους εἶχε τὄνομά της, κι’ ὁ Ρωμηός δακρύζει `στὴν λευκήν της μνήμην, δὲν θ’ ἀκούσῃ πλέον τὸ κελάδημά της. Θὰ κυττάζῃ γύρω μὲς `στὰ θεωρεῖα μήπως εἰς κανένα τὴν Ροζοῦ του `δῇ, μὰ θὰ εἶναι ὅλα σκοτεινὰ καὶ κρύα, τῆς Ροζοῦς ἡ γλῶσσα δὲν θὰ κελαϊδῇ. Πᾷς καὶ σύ, γυναῖκα κοσμαγαπημένη, κι’ ἔχω εἰς τἀλήθεια καὶ γιὰ σένα λύπη... ἡ φωλῃά σου πάντα `στὴ Βουλὴ θὰ μένῃ, μὰ τὸ χελιδόνι ἀπ’ αὐτὴν θὰ λείπῃ.