Δὲν ἔβγαλ’ ἕνα δάκρυ· στὸν ἀέρα μοιρολόϊ δὲν ἀσήκωσε κἀνένα, σὰν εἶδε τοῦ Ταντάλου ἡ θυγατέρα τὰ ἑφτὰ κ’ ἑφτά της τέκνα ὅλα σβυσμένα. Ἔμεινε ἡ μαύρη μάνα ὁλόρθη ξέρα στὰ αἵματα, ποῦ γύρω ἦταν χυμένα μήτ’ ἐσείστη ἀπὸ τότε ὣς τέτοια μέρα, ὅσα στοιχεῖα καὶ ἂν εἶδε μανιωμένα. Λένε πῶς οὔτε ἡ μακρυνὴ συνήθεια κάνει αὐτὸς ποῦ περνάει νὰ μὴ δακρύσῃ γιὰ τ’ ἄχαρου κορμιοῦ τὰ ξερολίθια· καὶ πῶς, ἂν ὁ καημός του αὖρα ξυπνήσῃ, ἀπὸ τῆς μάνας τὰ πέτρινα στήθια, ἑφτὰ κ’ ἑφτὰ φοραὶς πρέπει νὰ ἡχήσῃ.