Μαύρη Νύκτα, φύγε... σὲ τρομάζω, δὲν μ’ ἀρέσει διόλου τὸ σκοτάδι, πάντα ἥλιο θέλω νὰ κυττάζω, πάντα μέρα νἆναι, ποτὲ βράδυ. Ὅταν σὺ ἁπλώνῃς τὰ φτερά, πιὸ πολὺ ρεμβάζει ὁ καθείς, πιὸ πολὺ θρηνεῖ κι’ ἡ συμφορά, κι’ εἶν’ ὁ κόσμος γρῖφος πιὸ βαθύς. Πιὸ πολὺ ὁ νοῦς μας σκοτεινιάζει, πιὸ βαρὺ τὸ ἔγκλημα γεννᾶται, πιὸ πολὺ ὁ χάρος μᾶς τρομάζει, πιὸ πολὺ ὁ ἄρρωστος φοβᾶται. Μὰ κι’ οἱ τάφοι μένουν ἀδειανοί, κάθε μακαρίτης ἔξω βγαίνει ἅμα κοιμηθοῦν οἱ ζωντανοί, τότε ἐξυπνοῦν οἱ πεθαμένοι. Σιωπὴ καὶ φρίκη βασιλεύει! τώρα κλαῖν τοὺς ἄνδρας των ἡ χήραις κάθε λωποδύτης τώρα κλέβει, τώρα ρουχαλίζουν κι’ οἱ κλητῆρες. Ὤ! πῶς τρέμω τώρα καὶ ριγῶ ἕως εἰς τὰ βάθη τῶν κοκκάλων... τέτοια ὥρα μόνος μου κι’ ἐγὼ σκέπτομαι καὶ γράφω ἄλλ’ ἀντ’ ἄλλων.