Τοῦ ξένου τὸ πρόσωπο συχνάλλαζε χρῶμα· δακρύζαν τὰ μάτια του, κ’ ἐγέλαε τὸ στόμα, ποῦ ἐσκόρπουνε μία σταὶς αὔραις ὁλόγυρα τερπνὴν εὐωδία. - Δὲν εἶναι, τῆς φώναξε, καιρὸς γιὰ τραγοῦδι· ν’ ἀφήκῃς τὸ μάζωμα· εἶσ’ ὅλη μουσγοῦδι. Ἐγὼ τὸ σακκί σου γιομίζω, πολύπαθη· τραβήσου, τραβήσου! - Μ’ ἐκεῖνο στὸν ὦμο του νὰ γύρῃ κοντά της πολληώρα δὲν ἔκαμε ὁ ξένος διαβάτης· καί, πρὶν αὐτὴ μάθῃ ποιὸς ἦταν, ποῦ πήγαινε, σὰν ἴσκιος ἐχάθη. Θωρῶντας ὁπὤφυγε ὡς εἶχε προβάλῃ, ἐπῆρε τὸ δρόμο της ἡ δύστυχη πάλι· καί, ἂν ἥλιος γελοῦσε, ἢ γνέφι τὴν ἔβρεχε, γλυκὰ τραγουδοῦσε: - Μ’ ἀρέσεις, Μαρτάκη μου! Ἐκεῖ ποῦ δακρύζεις, μὲ ἀχτίνας χαμόγελο τὰ σύγνεφα σχίζεις· χωρὶς νὰ δειλιάσω, στὴ φτώχεια, στὴ θλίψη μου ζητάω νὰ σοῦ μοιάσω. -