Σὰ σπίτι ξανάγυρε, προτοῦ ν’ ἀνασάνῃ: τὸν Πλάστη δοξάσετε! - στὰ τέκνα της κάνει - Τὰ μαῦρα! πεινᾶτε; Χλωρὰ βλασταρόπουλα σὲ λίγο θὰ φᾶτε. - Μὲ βία τὸ σακκοῦλι της νὰ λύσουν ἀντάμα πετιῶνται τ’ ἀνήλικα, καὶ – ἀπίστευτο πρᾶμα! - χρυσάφι ὣς τὸν πάτο, πετράδια πολύτιμα τὸ βρίσκουν γιομάτο. Ἐκεῖ, ποῦ δὲν ἔβλεπες ψυχὴ νὰ ζυγόνῃ, γοργὰ τότες ἔτρεξαν δικοὶ καὶ γειτόνοι· οὐδ’ ἔλειψε ἡ χήρα ν’ ἀνοίξῃ φιλόφρονα εἰς ὅλους τὴ θύρα. Ἐκεῖ, δίχως ἄργητα, σὰν ἕνας μαγνήτης, ὁ πλοῦτος ἐτράβηξε καὶ μίαν ἀδελφή της, ποῦ, στ’ ἄτυχα χρόνια, γι’ αὐτήνε δὲν ἄκουσε κἀμμία ψυχοπόνια. Ἐπῆε, κ’ ἡ φιλάργυρη, μὲ τέχνη μεγάλη, ἐβάλθη τὴν ἄκακη ψυχὴ νὰ ξεβγάλῃ· γιατὶ θὰ γνωρίσῃ πῶς ηὗρε ἡ θεόφτωχη τοῦ πλούτου τὴ βρύση.