Τῆς Ἱπποκρήνης κάρλακα, φουσκόνεις δίχως χρεία ἐκείνη ποῦ σ’ ἐγιόμισε πνοὴ δὲν εἶναι θεία, καί, μόλις μὲ τὸ στίχο σου νὰ ξαναβγῇ ἀγροικιέται τ’ αὐτιὰ τοῦ κόσμου ἂν γελαστοῦν, ἡ μύτη δὲ γελιέται.