Ἕνας θλιμμένος ποιητὴς ἐκύταζε μία μέρα μὲ βλέμμα κρύο τὴ θάλασσα, τὴ γῆ καὶ τὸν αἰθέρα· τ’ ἄνθια, τὸ φῶς, τὰ κύματα χαμογελοῦσαν, δίχως ν’ ανοίξῃ μέσα του ἡ ψυχή, καὶ νὰ πετάξῃ ὁ στίχος· γιατὶ μία τόση ἀναισθησιὰ καὶ ξένη λάβρα τόση; Στὰ φυλλοκάρδια ὁ Θάνατος τὸν εἶχε φαρμακώσῃ. Λόγο δὲν ἔβγανε· μὲ μιᾶς περίσσια κατεβαίνουν πουλάκια ὡραῖα τριγύρω του καὶ ἀδελφικὰ τοῦ κρένουν: Στὴ συφορὰ ποῦ σ’ εὕρηκε, στὸν πόνο τῆς ψυχῆς σου, πετούμενο τοῦ Παρνασοῦ, τ’ ἄλλα πουλιὰ μιμήσου· ἀγκαλὰ πέφτει καὶ `ς ἐμᾶς πικρὸ θανάτου βόλι, κιλαϊδισμὸς ἀτέλειωτος εἶναι ἡ ζωή μας ὅλη.