Τὸ πλοῦσιο χέρι ἀπόκρυφα μὲ δῶρα συχναπλόνεις ἀλλ’ ὡς ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ βοηθᾷς τὸ μέρος τοῦτο καί, τόσο βιὸ χαρίζοντας, λαμπρὰ ξεφανερόνεις ποῦ τῆς ψυχῆς σου ὁ θησαυρὸς περνάει τὸν ἄλλο πλοῦτο. Ὡς μὲ ταὶς δύο σου δύναμαις ἐδῶ στὴν ἔρμη χώρα, ποῦ ἡ στάχτη ἀκόμα εἶναι ζεστὴ καὶ κἄπου ὴ γῆ καπνίζει, τ’ ὄμορφο δέντρο τῆς ζωῆς ξαναβλασταίνει τώρα, μὲς ταῖς καρδιαὶς ποῦ κάηκαν ἡ εὐγνωμοσύνη ἀνθίζει. Σὰν τὸ Μαγιάπριλο καὶ αὐτὴ νὰ ἠμπόρηε μὲ τ’ ἀερι μακρυὰ τὴ μυρωδάτη της πνοὴ νὰ προβοδήσῃ, καί, μόλις ἄρωμα γλυκὸ `ς ἐσένα πρωτοφέρῃ στὸν τόπο ποῦ σὲ χαίρεται τὰ πάντα νὰ γιομίζῃ! Ἔρχεσαι σύ; - Χαρούμενα βροντάει τὸ περιγιάλι· πόθος κρυφὸς ἀπὸ βαθυὰ στὰ χείλη μας πετιέται. Ἰδοῦ! σβυστῆκαν ὴ φωτιαίς, ἀλλὰ ξανοίγεις ἄλλη, ποὖναι ἀπὸ χρόνια μέσα μας, καὶ ποῦ ποτὲ δὲ σβυέται.