Πῶς δυνήθηκα νὰ ζήσω πρίν, ὦ κόρη, νὰ σὲ ἰδῶ; Τρέμει ὁ νοῦς νὰ γύρῃ ὀπίσω εἰς τὸν ἄτυχο καιρό. Τὸ θυμοῦμαι· ὁ κόσμος ὅλος ἦταν ἄκαρπη ἐρημιά· τ’ οὐρανοῦ δὲν εἶχε ὁ θόλος τέτοια ὡραίαν ἀστροφεγγιά. Δίχως ἄλλο, ἀπὸ τὴν ἄδεια καὶ ἀσυντρόφιαστη ψυχή, τῆς νυχτὸς τὰ κρύα σκοτάδια τότε ἀνέβαιναν ἐκεῖ. Ξάφνου ἐπρόβαλες ὀμπρός μου, καί, μὲ χείλη φλογερά: Ἄστρο, ἐφώναξα, τοῦ κόσμου εἶν’ ἡ ἀγάπη μοναχά.