Τεχνίτη ἐσὺ μὲ βάφτισες, καὶ λὲς νὰ γράψω ἀκόμη; Δὲ μὲ συμφέρει· σκιάζομαι μὴ τότε ἀλλάξῃς γνώμη. Ἄμ τῆς βουλῆς σου ἡ δύναμη σὲ τρόπο μὲ νικάει ποῦ βγαίνει ὁ στίχος εὔκολα, καὶ σὰν πουλὶ πετάει. Σῦρε, τοῦ λέω, καὶ φίλησε τῆς λυγερῆς τὸ χέρι, ποῦ σ’ ἕνα πλούσιο λεύκωμα φωλιὰ θὰ σοῦ προσφέρῃ· πόσοι, μικρὸ πετούμενο, θὰ σὲ φθονᾶνε, ὢ πόσοι ἂν μία φωλιὰ λευκότερη ἡ ἀθώα καρδιὰ σοῦ δώσῃ.