Μία κυρὰ καμαρωμένη, ἀπὸ ἐκείναις ὁποῦ τώρα ναὔρῃς δύσκολα τυχαίνει στοὺς Κορφούς, ἢ `ς ἄλλη χώρα, μὲ δύο λόγια μ’ ἔχει βάλῃ σὲ μία σύγχυση μεγάλη. Χαιρετῶντας με, πρὶν φύγω μίαν ἡμέρα ἀπὸ κοντά της, μὲ εἰδοποίησε ποῦ σὲ λίγο θὰ γιορτάσῃ τ’ ὄνομά της, ἀπὲ μὤσφιξε τὸ χέρι, δίχως ἄλλο νὰ προφέρῃ. Ἂς εἰποῦμε πῶς λαχαίνει ἀπαράλλαχτη ὀμιλία 'ς ἕνα μάγειρα νὰ γένῃ· ποιά θὲ νἄχῃ σημασία; - Πάρ’ τὰ μέτρα σου γιὰ πήταις, γιὰ γλυκά, γιὰ τηγανίταις. - Ἂμ `ς ἐμένα, ποῦ γυρεύω ὅλο ποίησαις μὲ τὸ νοῦ μου, καὶ κρυφὰ ταίς μαγειρεύω μὲς τὴ φλόγα τοῦ μυαλοῦ μου, εἶν’ ὡς νἄλεε φανερά: Γράψε στίχους, Μαρκορᾶ. - Τὸ νογάω· πλὴν κάνει χρεία μὲ τὴν ἴδια μου ἡρωίδα νἆναι οἱ στίχοι `ς ἁρμονία· καὶ ποσῶς δὲν ἔχω ἐλπίδα τοῦτο ἐγὼ νὰ κατορθώσω, ἂν γιὰ χρόνια δὲν ἱδρώσω.