Καὶ τώρα πιὰ σᾶς χαιρετῶ, Βολιώταις συμπολῖται, καὶ μεθυσμένους ὅλους σας μὲ λύπη σᾶς ἀφίνω. Μὰ ζήτω εἰς τὸν βασιληᾶ κι’ ἐκ μέρους μας νὰ πῆτε... δὲν ξέρετε πῶς ἤθελα πρὸς χάριν του νὰ μείνω! Σεῖς βέβαια θὰ κάμετε βασιλικαῖς παράταις, καὶ τρίδιπλαις θ’ ἀδειάσετε βαρέλαις καὶ κανάταις. Φᾶτε καὶ πιέτε, ἀδελφοί, μὲ ρόδα καὶ μὲ κρῖνα· τί νὰ σᾶς πῶ! ἡ λάσπη σας καθόλου δὲν μ’ ἀρέσει· μοῦ φτάνει ὅση πάτησα ὡς τώρα στὴν Ἀθήνα, καὶ τὸ νομίζω περιττὸ αὐτό σας τὸ πεσκέσι. Τῇς εἶδα τῇς παράταις σας καὶ ὅλα σας τὰ ἄλλα, κι’ ἐπῆρα γιὰ χατῆρι σας καὶ μία κουτρουβάλα. Ἡ λευθεριὰ καὶ τὸ κρασὶ ἂς σᾶς γενοῦν χαλάλι, ἔχετε γεια, Πανέλληνες, Ἀτσίγγανοι κι’ Ἑβραῖοι καὶ ἂν ποτὲ καμμιὰ φορὰ ἀνταμωθοῦμε πάλι, σωστοὶ Ρωμηοὶ νὰ ἤσαστε καὶ ποῦροι Ἀθηναῖοι. Νὰ μὲ γλυκοφιλήσετε, νὰ σᾶς γλυκοφιλήσω, καὶ μὲ δικά σας ἔξοδα καὶ τότε νὰ μεθύσω.