Τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια... περνᾷ ὁ ἕνας χρόνος καὶ ἔρχεται ὁ ἄλλος, διαβαίνει καὶ αὐτὸς καὶ νά σου πάλιν νέος, καὶ πάντα θλῖψις, πόνος, πολιτικά, παράταις, εἰρήνη καὶ στρατός. Τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια... βραδιάζει, ξημερόνει, καὶ ἕνα πέσε σήκω εἶν’ ἡ ζωή μας μόνη. Γιατί στὸν κόσμο ἕνας νὰ φέγγῃ ἥλιος μόνο; γιατί φεγγάρι ἕνα καὶ ὄχι δεκατρία; γιατί ἀπ’ ἐδῶ πέρα ἕως ἐκεῖ στὸν Κρόνο νὰ μὴ μπορῇ νὰ γίνῃ καμμιὰ συγκοινωνία; Ἂν ἤξευρα τῳόντι πὼς δὲν θὰ σκοτονόμουν, μ’ ἕνα κανόνι Ἄρμστρονγκ θ’ αὐτοχειριαζόμουν. Γιατί τὰ τόσα ἃστρα ν’ ἀνάβουν καὶ νὰ σβήνουν; καί τι καταλαβαίνει ἐκεῖνος ποὺ τὰ βλέπει; καλλίτερα δὲν εἶναι νὰ πέσουν καὶ νὰ γίνουν πεντόφραγκα ἢ λίρες μὲς στὴ δική μου τσέπη; Ὤ! τι καλὰ θὰ εἶναι ἂν εἰς τὀγδόντα τρία καὶ γιὰ παράδες γίνῃ καμμιὰ ἐπιστρατεία! Γιατί κἂν ἕνα νέο σ’ ἑμᾶς νὰ μὴ συμβαίνῃ; γιατί μὲς στὰ Ταμεῖα νὰ τρέχουν ποντικοί; γιατί ὁ πόλεμός μας στὸ βρόντο νὰ πηγαίνῃ, γιατί καὶ ἡ χολέρα δὲν μᾶς πολιορκεῖ; Τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια... βραδιάζει, ξημερόνει, καὶ ἕνα πέσε σήκω εἶν’ ἡ ζωή μας μόνη. Κι’ οἱ τόσοι ἀστρονόμοι μᾶς λένε πὼς ἡ σφαῖρα τοῦ κόσμου θὰ χαλάσῃ, μὰ δὲν χαλᾷ ποτέ... Ὤ! πότε πιὰ μὲ μία ψηλὰ εἰς τὸν ἀέρα θὰ τιναχθοῦμε ὅλοι, πεζοὶ καὶ ποιηταί; Μέσα σὲ τόσα λόγια καὶ τόση σιχασιὰ θὰ εἶναι σωτηρία ἡ Κοσμοχαλασιά.