Γιατὶ χαρούμενη στὸν ἥλιο βγαίνει τοῦ ἐνδόξου Γέρου μας ἡ ἁγνὴ θωριά, ἐνῷ, ἀπὸ σύγνεφα περιζωμένη, ἡ Ἑλλάδα βρίσκεται σὲ κρύα νυχτιά; Ἂν λίθος ἔφτανε λαλιὰ νὰ βγάλῃ, θ’ ἀκούαμε σήμερα τοῦτος νὰ πῇ: Τὸ σκότος, πὤκρυψε τὰ θεῖα σου κάλλη, θὰ πέσῃ ἀνέλπιστα, θλιμμένη γῆ! Ὡς τώρα εφάνηκα, ποῦ ὁ τόπος θέλει νὰ μ’ ἔχῃ, ὡς ἤμουνα, στὰ μάτια ὀμπρός, μὲ βάση ἀκλόνητη, μὲ ἀκέρῃα μέλη, θὰ βγῇς, ὦ Ἑλλάδα μου, στοῦ ἡλίου τὸ φῶς. – Ναί, Μεγαλόψυχε, δὲ θὰ πεθάνῃ μ’ ἐλπίδαις ἄκαρπαις ἡ ἀθλία ποτέ, πὤχει στὸ μέτωπο λαμπρὸ στεφάνι, πὤχει στὴ μνήμη της τέκνα ὡς ἐσέ,