Συχνὰ τὰ βάθη τοῦ πελάου ταράζει φλόγα κρυφή, καὶ ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου ἡ φουσκωμένη θάλασσα χοχλάζει, πετιῶνται οἱ βράχοι ἑνὸς καινούριου τόπου. Μ’ ἄκρα γαλήνη ἀντίθετο ἑτοιμάζει μεγάλο θᾶμα ὁ λογισμὸς τ’ ἀνθρώπου νά! - Στὸ Ξαμίλι σταματᾷ, καὶ ἀλλάζει δρόμο βοσκοῦ σὲ διάβα λαμνοκόπου. Βροντῶντας σμίγει ἕνα μὲ τ’ ἄλλο ρέμα, καὶ ἡ χωρισμένη γῆ πανηγυρίζει, δείχνοντας ἄνθια ἐδῶ κ’ ἐκεῖ στὸ βλέμμα. Μαύρη πατρίδα! ἡ φιλαρχία σὲ σχίζει· στὴ μέση ρέει κλάψα τῆς φτώχειας κ’ αἷμα, δίχως τριγύρω ἄκρη κἀμμία ν’ ἀνθίζῃ.