Στάσου, Μαρία! - χαμήλωσε τὰ γαλανά σου μάτια, σκουλῆκι ἀψήφιστο νὰ ἰδῇς, ποῦ τὄχουν κάμῃ καταγῆς τρία, τέσσερα κομμάτια. Βλέπεις; - καθένα στρίφεται, πάει χώρια, καὶ λαβαίνει δύναμη πάντα καὶ ζωή, ὅσο, μὲ ὁλάκερο κορμί, σκουλῆκι νέο νὰ γένῃ. Πότε ζωαὶς ἀνθρώπιναις ἀνθρώπου ἀπομεινάρι στοῦ κόσμου ἐγέννησε τὸ φῶς; Ὄχι· ὁ περήφανος θνητὸς δὲν ἔχει τέτοια χάρη. Νἆταν αὐτό, θὰ σὤλεγα: μὲ μίαν ἀξίνα χύσου καὶ κόψε με λιανὰ λιανά· κάθε κομμάτι καὶ καρδιά, κάθε καρδιά δική σου.